Στοιχεία επικοινωνίας Ιατρικού Συλλόγου Ξάνθης

  

Αίτηση Π.Ι.Σ. για αναστολή του πλαφόν στη συνταγογράφηση

Ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας

 

ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ

          Του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου (Π.Ι.Σ.), Ν.Π.Δ.Δ., που εδρεύει στο Κολωνάκι, οδός Πλουτάρχου 3 και Υψηλάντου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργώντας και ως εκπρόσωπος όλων των γιατρών της χώρας.

 

ΓΙΑ ΝΑ ΑΝΑΣΤΑΛΕΙ Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ

1.           Της διάταξης της παραγράφου 5 του άρθρου 8 της υπ’ αριθμ. οικ.113429/06.12.2013 Απόφασης του Υπουργού Υγείας (ΦΕΚ Β’ 3117), που αφορά σε επιβολή ανωτάτου ορίου στη συνταγογράφηση των γιατρών για το έτος 2014.

2.           Της υπ’ αρ. πρωτ. 433/07.01.2014 Απόφασης του Προέδρου του ΕΟΠΥΥ με το ίδιο περιεχόμενο.

3.           Κάθε άλλης σχετικής προγενέστερης ή μεταγενέστερης πράξης της Διοίκησης.

 

 

 

          Ι. ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΜΕΝΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ

          Κατά των ανωτέρω πράξεων της Διοίκησης ασκήσαμε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας την από 03.02.2014 με αριθ. καταχ ………………………………… αίτηση ακύρωσής μας, με την οποία ζητούμε να ακυρωθεί α) Η διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 8 της υπ’ αριθμ. οικ.113429/06.12.2013 Απόφασης του Υπουργού Υγείας (ΦΕΚ Β’ 3117), β) Η υπ’ αρ. πρωτ. 433/07.01.2014 Απόφαση του Προέδρου του ΕΟΠΥΥ και γ) Κάθε άλλη σχετική προγενέστερη ή μεταγενέστερη πράξη της Διοίκησης.

Η αίτηση ακύρωσής μας έχει ως εξής:

«Ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας

 

ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ

 

            Του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου (Π.Ι.Σ.), Ν.Π.Δ.Δ., που εδρεύει στο Κολωνάκι, οδός Πλουτάρχου 3 και Υψηλάντου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργώντας και ως εκπρόσωπος όλων των γιατρών της χώρας.

 

ΚΑΤΑ

4.            Της διάταξης της παραγράφου 5 του άρθρου 8 της υπ’ αριθμ. οικ.113429/06.12.2013 Απόφασης του Υπουργού Υγείας (ΦΕΚ Β’ 3117), που αφορά σε επιβολή ανωτάτου ορίου στη συνταγογράφηση των γιατρών για το έτος 2014.

5.            Της υπ’ αρ. πρωτ. 433/07.01.2014 Απόφασης του Προέδρου του ΕΟΠΥΥ με το ίδιο περιεχόμενο.

6.            Κάθε άλλης σχετικής προγενέστερης ή μεταγενέστερης πράξης της Διοίκησης.

_______________________________________________________________

 

            Ι. ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟΥ

            Με την παρούσα αίτηση ζητείται η ακύρωση των ως άνω διοικητικών πράξεων με τις οποίες επιβάλλεται περιορισμός στη συνταγογράφηση των γιατρών προς τους ασφαλισμένους του ΕΟΠΥΥ, καθότι α) Παραβιάζονται οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 3, 25 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1, 5 παρ. 3 εδ. α’, 5 παρ. 5, 16 παρ. 1, 21 παρ. 3 και 2 παρ. 1 Συντάγματος, β) Παραβιάζονται διατάξεις Κοινοτικού Δικαίου και νομολογία του ΔΕΚ, γ) Εναντιώνονται σε διακηρύξεις ευρωπαϊκών και διεθνών οργάνων των γιατρών, δ) Προσβάλλεται το δημόσιο συμφέρον και η δημόσια υγεία, ε) Είναι αντίθετες με την κείμενη νομοθεσία, ενώ στ) Έχουν εκδοθεί άνευ νομοθετικής εξουσιοδότησης. 

 

            I. ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΜΕΝΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

            Η παράγραφος 5 του άρθρου 8 της υπ’ αριθμ. οικ.113429/06.12.2013 Απόφασης του Υπουργού Υγείας (ΦΕΚ Β’ 3117) ορίζει τα εξής:

«Με απόφαση του Προέδρου του ΕΟΠΥΥ, η οποία θα δημοσιευθεί εντός μηνός από την δημοσίευση της παρούσης, καθορίζονται για το 2014 όρια συνταγογράφησης ανά συμβεβλημένο ιατρό του ΕΟΠΥΥ. Συγκεκριμένα, η μηνιαία δαπάνη του συνόλου των συνταγών του εκάστοτε ιατρού δεν δύναται να υπερβεί το 80% της μέσης μηνιαίας δαπάνης του κατά την διάρκεια του 2013. Για τον λόγο αυτό ο ΕΟΠΥΥ υπολογίζει τη μέση μηνιαία δαπάνη ανά ιατρό το 2013 και θέτει όρια μηνιαίας δαπάνης συνταγογράφησης ανά ιατρό για το 2014. Η ΗΔΙΚΑ προσαρμόζει το σύστημα ηλεκτρονικής συνταγογράφησης ώστε ο ιατρός να μην δύναται να συνταγογραφήσει ανά μήνα φάρμακα των οποίων η συνολική δαπάνη υπερβαίνει κατά 20% το μηνιαίο όριο του εκάστοτε ιατρού. Ο ιατρός δύναται να υπερβεί το όριο για 2 μήνες ωστόσο των τρίτο μήνα το σύστημα δεν του επιτρέπει να συνταγογραφήσει συνολικό ποσό άνω του μηνιαίου ποσού μείον της υπέρβασης των δυο προηγούμενων μηνών. Ο ιατρός δύναται στην συνέχεια στον επόμενο μήνα να συνεχίσει με τους ίδιους όρους που ίσχυαν για το προηγούμενο τρίμηνο. Στους νεοεισερχόμενους επιτρέπεται δαπάνη αντίστοιχη με τον μέσο όρο τη ειδικότητας τους για το έτος. Ο ΕΟΠΥΥ δύναται στην διάρκεια του έτους να αναπροσαρμόζει τα όρια ανά ιατρό ανάλογα με το παραγόμενο έργο του και την εξέλιξη της συνολικής φαρμακευτικής δαπάνης». 

            Η υπ’ αρ. πρωτ. 433/07.01.2014 Απόφαση του Προέδρου του ΕΟΠΥΥ έχει σχεδόν ταυτόσημο περιεχόμενο.

            Η σημαντικότερη επίπτωση αυτής της επιβολής περιορισμού στη συνταγογράφηση είναι η υπέρμετρη ταλαιπωρία του κόσμου, ο οποίος πρέπει να επιδοθεί σε ένα κυνήγι του γιατρού που έχει περιθώριο να συνταγογραφήσει, η οποία σε πολλές περιπτώσεις θα οδηγήσει σε μη λήψη της απαραίτητης και ενδεδειγμένης αγωγής από τον ασθενή λόγω αδυναμίας συνταγογράφησης από τους γιατρούς και ιδιαίτερα σε ασθενείς με χρόνια και σοβαρά νοσήματα, τα οποία κατ’ εξοχήν απαιτούν ακριβή φαρμακευτική αγωγή.

            Προσφεύγουμε εναντίον των διοικητικών πράξεων αυτών και ζητούμε την ακύρωσή τους για τους ακόλουθους λόγους.

 

            ΙΙ. ΛΟΓΟΙ ΑΚΥΡΩΣΗΣ                                                                        

            Α) Παραβίαση Συντάγματος.

            Η επιβολή πλαφόν στη συνταγογράφηση των γιατρών αντικρούει στο Σύνταγμα στις εξής διατάξεις:

-              Άρ. 1 παρ. 3 Συντάγματος«Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα».

-              Άρ. 2 παρ. 1 Συντάγματος«Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας». Δεν μπορούμε να μιλάμε για σεβασμό της αξίας του ανθρώπου όταν του αποκλείουμε την πρόσβαση στα φάρμακα που πρέπει να λάβει.

-              Άρ. 4 παρ. 1 Συντάγματος«Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου». Καταπατείται η ισότητα, καθώς με τις προσβαλλόμενες πράξεις ακόμα και το θεμελιώδες αγαθό της υγείας γίνεται προνόμιο μόνο των ευκατάστατων. Διότι, σήμερα μεσούσης της κρίσης και ενώ μεγάλο μέρος του πληθυσμού έχει φτάσει στα όρια της ανέχειας, είναι εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατο για πολλούς ανθρώπους να αγοράσουν τα φάρμακά τους. Γι’ αυτό απευθύνονται στον γιατρό, για να τα γράψει στο βιβλιάριό τους και να συμμετέχει το ασφαλιστικό ταμείο στη σχετική δαπάνη. Εάν ο γιατρός δεν μπορεί να συνταγογραφήσει, ο ασθενής δεν μπορεί να λάβει φάρμακα σε αυτές τις περιπτώσεις. Επομένως, η χορήγηση θα γίνεται σε αυτούς που μπορούν να πληρώσουν το κόστος των φαρμάκων, ενώ οι υπόλοιποι θα πρέπει να αναζητούν γιατρό να τα γράψει, που σε πολλές περιπτώσεις και ιδίως κατά το τέλος του μήνα θα είναι αδύνατο και, επομένως, και την ταλαιπωρία θα υφίστανται και θα μένουν χωρίς φάρμακα.

-              Άρ. 5 παρ. 1 Συντάγματος«Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη». Το δικαίωμα αυτό ισχύει και για τον ασθενή, ο οποίος με τις προσβαλλόμενες πράξεις στερείται του δικαιώματός του στην ενδεδειγμένη φαρμακευτική αγωγή.

-              Άρ. 5 παρ. 3 εδ. α’ Συντάγματος«Η προσωπική ελευθερία είναι απαραβίαστη» Το απαραβίαστο ισχύει και για τον ασθενή, ο οποίος κινδυνεύει να μη λάβει τα φάρμακά του, και για το γιατρό, ο οποίος είναι αναγκασμένος να βλέπει τον ασθενή του να νοσεί, να επιδεινώνεται η κατάστασή του και να μην μπορεί να πράξει τίποτα, διότι δεν έχει το δικαίωμα να χορηγήσει φάρμακα.

-              Άρ. 5 παρ. 5 Συντάγματος«Καθένας έχει δικαίωμα στην προστασία της υγείας …». Το θεμελιώδες συνταγματικό αυτό δικαίωμα είναι το πρώτο που καταπατείται, καθώς η υγεία των πολιτών απαιτεί υγεινομική κάλυψη και αυτή πρόσβαση σε φάρμακα, η οποία περιορίζεται υπερβολικά.

-              Άρ. 16 παρ. 1 Συντάγματος«Η τέχνη και η επιστήμη … είναι ελεύθερες, η ανάπτυξη και η προαγωγή τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους». Και βεβαίως συμπεριλαμβάνεται και η ιατρική επιστήμη.

-              Άρ. 21 παρ. 3 Συντάγματος«Το Κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών και παίρνει ειδικά μέτρα για την προστασία της νεότητας, του γήρατος, της αναπηρίας και για την περίθαλψη των απόρων». Καμία μέριμνα δεν υπάρχει όταν το κράτος με λογιστικά κριτήρια αποκλείει τους ασθενείς από τη φαρμακευτική αγωγή που πρέπει να λάβουν.

-              Άρ. 25 παρ. 1 Συντάγματος «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας».

            Με βάση αυτές τις συνταγματικές διατάξεις η νομολογία έχει δεχθεί ότι είναι υποχρέωση της πολιτείας η παροχή υψηλής ποιότητας υπηρεσιών υγείας, οι οποίες περιλαμβάνουν όλο το φάσμα της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και ιδιαιτέρα τη διάγνωση και τη θεραπεία των ασθενειών (ΣτΕ (Ολομ) 400/1986, ΣτΕ (Ολομ) 1187/2009).

            Η εφαρμογή των προσβαλλομένων στερεί από τον ιατρό το δικαίωμα και την αρμοδιότητα της συνταγογράφησης, αλλά και τον ασθενή από την ενδεδειγμένη αγωγή, διότι όσοι ασθενείς δεν θα μπορούν να καταβάλλουν τη δαπάνη για τα φάρμακά τους θα πρέπει να διανύουν χιλιόμετρα για να βρούν γιατρό να συνταγογραφήσει, εάν είναι τυχεροί, ειδάλλως θα μένουν χωρίς θεραπεία. Επομένως θίγεται και η αυτονομία του ατόμου σχετικά με την υποβολή του σε θεραπευτική αγωγή, θεσμικό υπόβαθρο της οποίας αποτελεί ιδίως το Συντ 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 7 παρ. 2, τα άρθρα 2, 3, 5 και 6 παρ. 1, 2, 3 ΕΣΔΑ, άρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11 επ. της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τη Βιοιατρική (Σύμβαση Οβιέδο του 1997, κύρωση με το Ν.2619/1998, ΦΕΚ132, τ. Α΄), καθώς και ιδίως άρθρα 2, 3, 4, 8, 9, 11, 12 Ν. 3418/2005 (Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας), άρθρ. 24 Α.Ν. 1565/1939. Όπως θα αναφερθεί πλήρως τεκμηριωμένα κατωτέρω, με τις προσβαλλόμενες δεν εξυπηρετείται κανένα δημόσιο συμφέρον, διότι απλούστατα δεν συμβάλλουν στην εξοικονόμηση των κρατικών δαπανών και των οικονομικών του ΕΟΠΥΥ, αλλά ακόμα και αν υπήρχε σκοπός δημοσίου συμφέροντος, αυτός δεν θα έπρεπε να υπερακοντίζει την συνταγματικώς κατοχυρωμένη αυτονομία του ατόμου. Οι περιορισμοί στην αυτονομία ή αυτοδιάθεση, είτε στη stricto sensu αυτονομία στο πεδίο της υγείας (δηλαδή στο δικαίωμα καθενός να αποφασίζει για τα θέματα της υγείας του) είτε στην εν γένει αυτονομία (ιδίως στην απόλαυση της ελευθερίας κίνησης και εγκατάστασης), πρέπει να ακολουθούν την αρχή της αναλογικότητας, δηλαδή να αποτελούν το κατάλληλο και αναγκαίο μέσο για την προστασία της δημόσιας υγείας και να μην υπερβαίνουν τον επιδιωκόμενο σκοπό.

            Επομένως είναι επιστημονικά ανεπέρειστο και αντισυνταγματικό να καταργείται το δικαίωμα και η υποχρέωση συνταγογράφησης του ιατρού με τη θέσπιση ορίου, για το οποίο δεν υπάρχει ούτε καν πρόβλεψη άρσης ή υπέρβασης σε επείγουσες, έκτακτες και σοβαρές περιπτώσεις, για τη συνδρομή των οποίων, βέβαια, μόνο ο γιατρός είναι αρμόδιος να κρίνει.

            Επιπλέον, το μέτρο της επιβολής πλαφόν στη συνταγογράφηση προσκρούει και στην αρχή της αναλογικότητας, όπως αυτή προβλέπεται στο άρ. 25 παρ. 1 Συντάγματος, διότι η προσβολή της δημόσιας υγείας είναι προφανώς δυσανάλογη εν συγκρίσει με την όποια επιδιωκόμενη εξοικονόμηση δαπανών, η οποία εν τέλει ούτε αυτή φαίνεται να επιτελείται.Μια νομοθετική ρύθμιση προσκρούει στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, όταν είναι κατά κοινή αντίληψη προφανές ότι ο επιβαλλόμενος με αυτήν περιορισμός είναι απρόσφορος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νόμο σκοπού ή δεν είναι αναγκαίος ως εκ του ότι υπερακοντίζει τον σκοπό αυτό ή βρίσκεται σε σχέση δυσαναλογίας μέσου και σκοπού (ΣτΕ 1980/2010).

Επομένως θα πρέπει να κριθούν ως αντισυνταγματικές οι προσβαλλόμενες πράξεις.

 

Β) Παράβαση Κοινοτικού Δικαίου και αντίθεση στη βάσει αυτού νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

            Οποιαδήποτε ρύθμιση, είτε αυτή περιλαμβάνεται σε νομοθετικό κείμενο είτε σε διοικητική πράξη, περιορίζει το δικαίωμα συνταγογράφησης του ιατρού είναι αντίθετη με το δίκαιο και τις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την παραγόμενη νομολογία.

            Ειδικότερα:

-              Σύμφωνα με άρθρο 2 παρ. 1 εδ. 1 ΕΣΔΑ «το δικαίωμα εκάστου προσώπου εις την ζωήν προστατεύεται υπό του νόμου».

-              Σύμφωνα με άρθρο 6 παρ. 1 εδ. 1 και 2 Ν. 2462/1997 ΦΕΚ Α’ 25/26.2.1997 «Κύρωση του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και του Δευτέρου Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα σχετικού με την κατάργηση της ποινής του θανάτου» (ΔΣΑΠΔ) «Το δικαίωμα στη ζωή είναι εγγενές στον άνθρωπο. Το δικαίωμα αυτό πρέπει να προστατεύεται από το νόμο».

-              Σύμφωνα με τον Ν. 2619/1998 «Κύρωση Σύμβασης για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου σε σχέση με τις εφαρμογές της βιολογίας και ιατρικής: Σύμβαση για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη βιοϊατρική»   Άρθρο 1 «Προθέσεις και στόχοι. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη θα προστατεύουν την αξιοπρέπεια και την ταυτότητα κάθε ανθρωπίνου όντος και θα εγγυώνται το σεβασμό της ακεραιότητας και των λοιπών δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών κάθε ανθρωπίνου όντος, χωρίς διάκριση, σε σχέση με την εφαρμογή της Βιολογίας και της Ιατρικής. Έκαστο Συμβαλλόμενο Μέρος θα λάβει τα αναγκαία μέτρα στην εσωτερική του νομοθεσία ώστε να τεθούν εν ισχύι οι διατάξεις της παρούσας Σύμβασης», Άρθρο 2 «Το προβάδισμα του ανθρωπίνου όντος. Τα συμφέροντα και η ευημερία του ανθρωπίνου όντος θα υπερισχύουν έναντι μόνου του κοινωνικού συμφέροντος ή της επιστήμης», Άρθρο 3 «Ισότητα ευκαιριών στην περίθαλψη. Οι Συμβαλλόμενοι, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες για την υγεία, καθώς και τους διαθέσιμους πόρους θα λάβουν τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να παρέχουν ισότητα προσβάσεων στην κατάλληλης ποιότητας περίθαλψη εντός της επικράτειάς τους», Άρθρο 4 «Επαγγελματικά πρότυπα. Κάθε επέμβαση στον τομέα της υγείας, συμπεριλαμβανομένης της έρευνας, πρέπει να επιτελείται σύμφωνα με τις σχετικές επαγγελματικές υποχρεώσεις και πρότυπα», Άρθρο 23 «Παραβιάσεις δικαιωμάτων ή αρχών. Οι Συμβαλλόμενοι θα παρέχουν αποτελεσματική νομική προστασία για να αποτρέψουν ή θέσουν τέλος σε παράνομη παραβίαση των δικαιωμάτων και αρχών που εκτίθενται στην παρούσα Σύμβαση σε πολύ σύντομη προθεσμία», Άρθρο 24 «Αποζημίωση για απρόκλητο βλάβη. Το πρόσωπο που έχει υποστεί απρόκλητο βλάβη εξαιτίας επέμβασης έχει δικαίωμα σε δίκαιη αποζημίωση σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και διαδικασίες που ο νόμος ορίζει».

-              Σύμφωνα με τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (C 83/47) άρ. 168 παρ. 1 (πρώην άρ. 152 Σ.Ε.Κ.) «Κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή όλων των πολιτικών και δράσεων της Ένωσης, εξασφαλίζεται υψηλού επιπέδου προστασία της υγείας του ανθρώπου. Η δράση της Ένωσης, η οποία συμπληρώνει τις εθνικές πολιτικές, αποβλέπει στη βελτίωση της δημόσιας υγείας, καθώς και στην πρόληψη της ανθρώπινης ασθένειας σε όλες τις μορφές της και στην αποτροπή των πηγών κινδύνου για τη σωματική και ψυχική υγεία. Η δράση αυτή καλύπτει την καταπολέμηση των μεγάλων πληγών της ανθρωπότητας στον τομέα της υγείας, ευνοώντας τη διερεύνηση των αιτίων τους, της μετάδοσης και της πρόληψής τους, καθώς και την ενημέρωση και τη διαπαιδαγώγηση στον τομέα της υγείας καθώς και την επαγρύπνηση για τις σοβαρές διασυνοριακές απειλές κατά της υγείας, την κήρυξη συναγερμού σε περίπτωση τέτοιων απειλών και την καταπολέμησή τους. Η Ένωση συμπληρώνει τη δράση των κρατών μελών για τη μείωση της βλάβης που προκαλούν στην υγεία τα ναρκωτικά, συμπεριλαμβανομένης της ενημέρωσης και της πρόληψης».

-              Σύμφωνα με την Οδηγία 2001/83 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 06.11.2001 περί κοινοτικού κώδικος για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση, άρθρο δεύτερο, αιτιολογική σκέψη 50 «Τα άτομα τα εξουσιοδοτημένα να χορηγούν συνταγές φαρμάκων πρέπει να είναι σε θέση να ασκούν τα καθήκοντά τους αυτά με πλήρη αντικειμενικότητα χωρίς να επηρεάζονται από άμεσα ή εμμεσα οικονομικά κίνητρα».

-              Στην απόφαση του ΔΕΚ, 4ου Τμήματος, της 22.04.2012 αναφέρεται ότι «ο συνταγογραφών ιατρός υποχρεούται από απόψεως δεοντολογίας, να μη συνταγογραφεί ορισμένο φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα, εάν αυτό δεν είναι κατάλληλο για τη θεραπευτική αγωγή του ασθενούς του και τούτο ανεξαρτήτως του εάν για τη συνταγογράφηση αυτού του ιδιοσκευάσματος παρέχονται οικονομικά κίνητρα από το κράτος … οι δημόσιες αρχές…μπορούν να απευθύνουν στους ιατρούς υποδείξεις ως προς τη συνταγογράφηση φαρμάκων, χωρίς ωστόσο να διακυβεύεται, κατά τρόπο επιζήμιο, η αντικειμενικότητα των συνταγογραφούντων ιατρών υπό την έννοια της αιτιολογικής σκέψης 50 της οδηγίας 2001/83».

-              Το ΔΕΚ με την απόφαση της 05.05.2011 στην υπόθεση C316/09 (MSD Sharp & Dohme GmbH κατά Merckle GmbH) αποφάνθηκε πως «.. .η τελική απόφαση για το φάρμακο που θα πάρει ο ασθενής συνεχίζει (πρέπει να συνεχίζει) να είναι αρμοδιότητας του θεράποντος ιατρού…».

            Από τα ως άνω προκύπτει ότι ο γιατρός έχει δικαίωμα και υποχρέωση να συνταγογραφήσει την ενδεδειγμένη αγωγή στον ασθενή και δεν πρέπει να υφίσταται κανενός είδους περιορισμό σε αυτό το έργο, πολύ περισσότερο όταν αυτός ο περιορισμός δεν παραπέμπει σε επιστημονικά κριτήρια και ιατρικά δεδομένα, αλλά σε λογιστικού τύπου υπολογισμούς. Θα πρέπει, επομένως, να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις και ως αντιβαίνουσες στο ως άνω κοινοτικό και διεθνές δίκαιο, τις κατευθυντήριες γραμμές και νομολογία.

           

            Γ) Ψηφίσματα και διακηρήξεις της Μόνιμης Επιτροπής Ευρωπαίων Ιατρών (C.P.M.E.) και του Παγκοσμίου Ιατρικού Συλλόγου.

            Για τη σημασία της απρόσκοπτης συνταγογράφησης έχει αποφανθεί με το από 24.11.2012 Ψήφισμα στη Λεμεσό της Κύπρου και η Γενική Συνέλευση της Μόνιμης Επιτροπής των Ευρωπαίων Ιατρών (C.P.M.E.) ως εξής:

«ΨΗΦΙΣΜΑ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ ΤΗΣ

ΜΟΝΙΜΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΩΝ ΙΑΤΡΩΝ (C.P.M.E.)

για την κατάσταση της Υγείας στην Ελλάδα

Λεμεσός, 24/11/2012

 

Το Συμβούλιο της Μόνιμης Επιτροπής των Ευρωπαίων Ιατρών (Standing Committee of European Doctors - CPME), που εκπροσωπεί τους Εθνικούς Ιατρικούς Συλλόγους της Ευρώπης, ύστερα από σχετική ενημέρωση του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου, εξέφρασε την έντονη ανησυχία του για τις εξελίξεις στο χώρο της υγείας στην Ελλάδα, οι οποίες απειλούν την ποιότητα της περίθαλψης.

Γνωρίζοντας τις οικονομικές και κοινωνικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει, η Ελλάδα λόγω της οικονομικής κρίσης, κάνουμε έκκληση στην Ελληνική κυβέρνηση:

Να εξασφαλίσει ότι η συνταγογράφηση φαρμάκων θα υποστηρίζεται από ένα ρυθμιστικό πλαίσιο το οποίο θα θέτει την τεκμηριωμένη αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του ασθενούς στο κέντρο της φαρμακευτικής αγωγής. Το ιατρικό επάγγελμα θα πρέπει να συμμετάσχει πλήρως στη διαμόρφωση αυτού του ρυθμιστικού πλαισίου.

Να αναγνωρίσει ότι η ίδρυση και λειτουργία των μονάδων παροχής φροντίδας υγείας δεν μπορεί να εξομοιωθεί με εκείνη των καθαρά εμπορικών φορέων και ως εκ τούτου, πρέπει να ρυθμίζεται με πλήρη σεβασμό στις ιατρικές επαγγελματικές διατάξεις, προκειμένου να διασφαλίζεται η ασφάλεια των ασθενών και η ποιότητα της περίθαλψης.

Να διασφαλίσει την καλύτερη δυνατή ποιότητα και διαθεσιμότητα των υπηρεσιών υγείας, με νόμιμες και βιώσιμες συνθήκες εργασίας για τους επαγγελματίες υγείας, συμπεριλαμβανομένων και των κατάλληλων ιατρικών αμοιβών, μετά από συμφωνία με τις αντιπροσωπευτικές οργανώσεις του ιατρικού επαγγέλματος.

Να ενισχύσει τη λειτουργικότητα των τεχνολογικών εγκαταστάσεων υποστήριξης, όπως είναι η ηλεκτρονική συνταγογράφηση, καθώς και τη διαθεσιμότητα των προμηθειών στα νοσοκομεία, ώστε να καταστεί δυνατή η βέλτιστη φροντίδα που θα επιτρέψει στον ασθενή να έχει την καλύτερη περίθαλψη. Θα πρέπει να θεσπιστεί η ενεργός καθοριστική συμμετοχή του ιατρικού επαγγέλματος για την επίτευξη αυτών των συνθηκών».

            Επομένως και τα μέλη της Μόνιμης Επιτροπής Ευρωπαίων Ιατρών (C.P.M.E.) τονίζουν ότι η συνταγογράφηση θα πρέπει να γίνεται με γνώμονα πάντα την ασφάλεια του ασθενούς και ο γιατρός θα πρέπει να έχει κυρίαρχο ρόλο στη διαδικασία αυτή.

            Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η από Οκτωβρίου 2008 Διακήρυξη στη Σεούλ στα πλαίσια της 59ης Γενικής Συνέλευσης του Παγκοσμίου Ιατρικού Συλλόγου:

«Διακήρυξη της Σεούλ, του Παγκόσμιου Ιατρικού Συλλόγου για την επαγγελματική αυτονομία και την ανεξαρτησία στην κλινική πράξη

 

            Υιοθετήθηκε από την 59η Γενική Συνέλευση του Παγκοσμίου Ιατρικού Συλλόγου στη Σεούλ, Κορέα, Οκτώβριος 2008

            Ο Παγκόσμιος Ιατρικός Σύλλογος έχοντας διερευνήσει τη σημασία της επαγγελματικής αυτονομίας και της ανεξαρτησίας του γιατρού κατά την κλινική πράξη με την παρούσα υιοθετεί τις ακόλουθες αρχές:

1)           Το κεντρικό στοιχείο της επαγγελματικής αυτονομίας και της ανεξαρτησίας κατά την κλινική πράξη έγκειται στην διαβεβαίωση ότι οι γιατροί ως άτομα έχουν την ελευθερία να εξασκούν την επαγγελματική τους κρίση κατά την περίθαλψη και θεραπεία των ασθενών τους, χωρίς αδικαιολόγητες επιρροές από τρίτα μέρη ή άτομα.

2)           Η ιατρική είναι μια σύνθετη τέχνη και επιστήμη σε υπέρτατο βαθμό. Διαμέσου μακρόχρονης εξάσκησης και εμπειρίας, οι γιατροί αποκτούν ιατρική επιτηδειότητα, γνώση και εμπειρία και γίνονται θεραπευτές. Όπου οι ασθενείς έχουν το δικαίωμα να αποφασίσουν σε μεγάλο βαθμό ποιες ιατρικές επεμβάσεις θα διενεργηθούν σε αυτούς, προσδοκούν από τους γιατρούς τους να είναι ελεύθεροι να προβαίνουν σε κλινικά κατάλληλες συστάσεις.

3)           Αν και οι γιατροί αναγνωρίζουν ότι πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη δομή του υγειονομικού συστήματος και τις διαθέσιμες πηγές, μη λογικοί περιορισμοί στην ανεξαρτησία στην κλινική πράξη που τίθενται από κυβερνήσεις και διοικήσεις δεν συνάδουν με τα υπέρτερα έννομα συμφέροντα των ασθενών και μπορούν, τουλάχιστον, να προκαλέσουν βλάβη στην εμπιστοσύνη, η οποία αποτελεί ουσιώδες συστατικό στις σχέσεις γιατρού-ασθενούς.    

4)           Οι διοικητές νοσοκομείων και τα τρίτα μέρη που καλύπτουν τα έξοδα μπορεί να θεωρήσουν ότι η επαγγελματική αυτονομία του γιατρού είναι μη συμβατή με τη συνετή διαχείριση, όσον αφορά τα υγειονομικά κόστη. Όμως, οι περιορισμοί, που οι διοικητές και τα τρίτα μέρη που καταβάλουν τα έξοδα προσπαθούν να θέσουν στην ανεξαρτησία της κλινικής πράξης, μπορεί να μην συνάδουν με τα υπέρτερα έννομα συμφέροντα των ασθενών. Περαιτέρω, περιορισμοί στην ικανότητα των γιατρών να αρνούνται απαιτήσεις που προβάλλονται από ασθενείς ή τις οικογένειές τους για την παροχή ακατάλληλων ιατρικών υπηρεσιών δεν συνάδουν με τα υπέρτερα έννομα συμφέροντα, είτε των ασθενών, είτε της κοινωνίας.

Ο Παγκόσμιος Ιατρικός Σύλλογος επαναβεβαιώνει τη σημασία της επαγγελματικής αυτονομίας και κλινικής ανεξαρτησίας, όχι μόνο ως ουσιώδες συστατικό ιατρικής περίθαλψης υψηλής ποιότητας, και γι’ αυτό ευεργέτημα προς τον ασθενή που πρέπει να διατηρηθεί, αλλά επίσης ως ουσιώδη αρχή του ιατρικού επαγγελματισμού. Ο Παγκόσμιος Ιατρικός Σύλλογος αφοσιώνεται εκ νέου, γι’ αυτό το λόγο, στη διατήρηση και επιβεβαίωση της διατήρησης της επαγγελματικής αυτονομίας και κλινικής ανεξαρτησίας κατά την περίθαλψη των ασθενών».

 

            Δ) Προσβολή δημοσίου συμφέροντος και δημόσιας υγείας από τις προσβαλλόμενες πράξεις.

            Το δημόσιο συμφέρον συμπίπτει με το συμφέρον όλων των μελών της κρατικής κοινωνίας, διότι αφορά την ικανοποίηση βασικών αναγκών, που μπορεί να έχουν τα μέλη αυτά, όπως π.χ. η υγεία και η υγιεινή.

            Σύμφωνα με Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, σελ. 182 επ. «Το δημόσιο συμφέρον δεν αποτελεί λοιπόν κριτήριο πέρα και υπεράνω του θετού δικαίου, αλλά εκφράζεται από αυτό, με τρόπο και κατά τους τύπους που αντιστοιχούν στην ιεραρχία του θετού δικαίου. Με άλλα λόγια, το δημόσιο συμφέρον δεν μπορεί να θεμελιώσει απαλλαγή από την αρχή της νομιμότητας, αλλά αντιθέτως δημόσιο συμφέρον είναι μόνο ό,τι τα συνταγματικώς οριζόμενα όργανα ορίζουν ως δημόσιο συμφέρον. Τα όργανα αυτά είναι πρωτίστως ο συντακτικός νομοθέτης και ο κοινός νομοθέτης. Όπου το Σύνταγμα εξειδικεύει το δημόσιο συμφέρον, ο νομοθέτης δεν μπορεί να το ορίσει αλλιώς. … Η έννοια του δημοσίου συμφέροντος δεν αποτελεί λοιπόν κατηγορία ευρισκόμενη εκτός και πέρα της περιοχής του δικαίου και της αρχής της νομιμότητας, αλλά εντάσσεται σε αυτήν. Για τη διοίκηση μιας δημοκρατικής χώρας, όπως η Ελλάδα, η έννοια του δημοσίου συμφέροντος αποκτά ιδίως σημασία κατά την άσκηση διακριτικής ευχέρειας, όταν δηλαδή ο νόμος αναθέτει στη διοίκηση να επιλέξει μεταξύ διάφορων εξίσου νομίμων λύσεων ή να εξειδικεύσει μια αόριστη αξιολογική έννοια».

            Ο γιατρός έχει υποχρέωση από το Σύνταγμα (2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 5 παρ. 5, 21 παρ. 3), αλλά και τις επιταγές της ιατρικής δεοντολογίας (άρθ. 2, παρ. 1, 2, 3, 4, 3 παρ. 1, 2, 3, 4, παρ. 1, 3, 4, καθώς και άρθ. 24 Α.Ν. 1565/ 1939), να προστατεύει την υγεία κάθε ασθενούς, την οποία είναι ταγμένος να υπηρετεί. Η σχέση ιατρού και ασθενούς είναι εμπιστευτική, όχι μόνο με την έννοια της τήρησης του ιατρικού απορρήτου, αλλά και του ότι ο ασθενής παραδίδεται στο γιατρό «ψυχή τε και σώματι». Ο ασθενής έχει, και φύσει και θέσει, απεριόριστη εμπιστοσύνη στο γιατρό, που υπακούει πιστά στον Όρκο του Ιπποκράτη και σε καμιά περίπτωση δεν έχει δικαίωμα να τον προδώσει.

 Η επιβαλλόμενη ρύθμιση, που προφανώς θεσπίστηκε με το πρόσχημα της εξοικονόμησης φαρμακευτικής δαπάνης του ΕΟΠΥΥ, είναι καταστροφική για τη δημόσια υγεία και θέτει σε σοβαρό κίνδυνο ανθρώπινες ζωές. Ο γιατρός θα διαγιγνώσκει ότι ο ασθενής χρειάζεται φάρμακο, αλλά δεν θα μπορεί να το χορηγήσει, διότι θα έχει ξεπεράσει το όριο της συνταγογράφησης. Δυστυχώς, όμως, η νόσος δεν μπορεί να περιμένει και τότε δύο ενδεχόμενα μπορούν να συμβούν. Στην καλύτερη περίπτωση ο ασθενής θα ταλαιπωρείται υπέρμετρα γυρνώντας από γιατρό σε γιατρό ή ταξιδεύοντας χιλιόμετρα για να βρει γιατρό που έχει περιθώριο συνταγογράφησης, με ό,τι επιβάρυνση συνεπάγεται για την υγεία του αυτή η ταλαιπωρία και η καθυστέρηση στη λήψη της ενδεδειγμένης φαρμακευτικής αγωγής.

Στη χειρότερη περίπτωση, η οποία δυστυχώς αναμένεται να είναι συχνή, ο ασθενής δεν θα λαμβάνει το φάρμακό του, ιδιαίτερα σήμερα που λόγω της κρίσης ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού αδυνατεί να καταβάλει τη δαπάνη για τα φάρμακά του. Επομένως, με αυτό το μέτρο ως επιστέγασμα και άλλων ρυθμίσεων που τελευταία έχουν επιβληθεί, η πολιτεία στερεί τους ασθενείς από τη στοιχειώδη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Και, βέβαια, ο καθένας μπορεί να αντιληφθεί τις καταστροφικές συνέπειες ιδιαίτερα σε άτομα με σοβαρά χρόνια νοσήματα για τα οποία απαιτείται υψηλού κόστους φαρμακευτική-θεραπευτική αγωγή.

Και μπορεί να προχώρησε το Υπουργείο Υγείας σε κάποιες βελτιώσεις, ότι δηλαδή εξαιρούνται τα εμβόλια, οι νεφροπαθείς και οι μεταμοσχευθέντες συμπαγών οργάνων, ώστε να μην έχουν κίνδυνο οι συγκεκριμένοι ασθενείς ως προς τη λήψη των φαρμάκων τους, καθώς και νοσοκομειακοί γιατροί, αλλά το πρόβλημα παραμένει ιδιαίτερα οξύ και καταφανώς άλυτο. Ορθώς εξαιρέθηκαν τα εμβόλια, οι νεφροπαθείς και όσοι έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση οργάνου ως ομάδες υψηλού κινδύνου. Δεν εξαιρέθηκαν, όμως, οι καρκινοπαθείς. Ούτε οι διαβητικοί. Ούτε αυτοί με σοβαρά ψυχιατρικά προβλήματα. Για αυτές, όπως και πλήθος άλλων ασθενειών, δεν παρέχεται καμία προστασία, παρόλο που η φαρμακευτική αγωγή πρέπει να χορηγηθεί εγκαίρως με συγκεκριμένη δοσολογία και συχνότητα. Επίσης, ορθώς, εξαιρέθηκαν τα νοσοκομεία. Αλλά σε μία περίοδο που όλες οι προσπάθειες του κράτους γίνονται στο όνομα της αποφόρτισης των νοσοκομείων, μία τέτοια ρύθμιση θα προκαλέσει κυριολεκτικά έμφραγμα στο ΕΣΥ. Διότι ο ασθενής από το να γυρίζει τους γιατρούς της περιοχής του ψάχνοντας ποιος μπορεί να συνταγογραφήσει, θα προτιμά να πηγαίνει στα νοσοκομεία. Η καθυστέρηση θα είναι γι’ αυτόν ένα αποδεκτό ενδεχόμενο, δεδομένου ότι θα γλιτώνει τις διαδρομές σε διάφορους γιατρούς. Επομένως, το πρόβλημα παραμένει και είναι οξύτατο.